Γιατί τρώμε μπακαλιάρο στις 25 Μαρτίου ;

Η παράδοση θέλει την 25η Μαρτίου να τρώμε μπακαλιάρο και μάλιστα με σκορδαλιά. Γνωρίζετε όμως πώς προέκυψε αυτή η συνήθεια και πώς μπορούμε και να διώξουμε τη μυρωδιά του σκόρδου;

Μέσα στη νηστεία της μεγάλης Σαρακοστής η Εκκλησία μας επιτρέπει δύο εξαιρέσεις κατά τις οποίες μπορούμε να φάμε ψάρι. Στις 25 Μαρτίου που γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την Κυριακή των Βαΐων. Η επιλογή του παστού μπακαλιάρου έγινε γιατί όσοι ζούσαν κοντά στη θάλασσα μπορούσαν να τρώνε φρέσκα ψάρια, αλλά όσοι ζούσαν σε απομακρυσμένα χωριά είχαν πρόβλημα γιατί δεν υπήρχαν ψυγεία. O μπακαλιάρος λοιπόν, εκείνα τα χρόνια, ήταν ιδανικός, γιατί ήταν φθηνό ψάρι και μπορούσε να διατηρηθεί για μεγάλο διάστημα όταν γινόταν παστός και έτσι επικράτησε !

Στην Ελλάδα η δημοφιλέστερη συνταγή είναι μπακαλιάρος με σκορδαλιά και αυτό γιατί το σκόρδο είναι μέρος της Ελληνικής γαστρονομίας, η σκορδαλιά παραδοσιακή, και ταιριάζουν γευστικά πάρα πολύ !

Πώς φεύγει όμως η δυσάρεστη μυρωδιά του σκόρδου ; Aν τελικά επιλέξετε να φάτε σκορδαλιά, άλλα θέλετε να διώξετε τη μυρωδιά του από το στόμα σας, υπάρχει τρόπος !

* Μπορείτε να μασήσετε φυλλαράκια φρέσκου μαϊντανού, ή να φάτε λίγο ελληνικό καφέ ωμό.

* Ένα καρφάκι γαρύφαλλο που θα κρατήσετε στο στόμα σας είναι μια πολύ καλή λύση.

* Τα φύλλα του φασκόμηλου έχουν καλά αποτελέσματα, επίσης και το μήλο βοηθάει πάρα πολύ.




Αφροέλληνες: Η πιο άγνωστη μειονότητα στη χώρα μας ! (photos, video)

Άραγε πόσοι συμπατριώτες μας (ειδικά εκτός Θράκης) γνωρίζουν τους αφροέλληνες ; Φαντάζομαι ελάχιστοι, αφού  οι αναφορές ακόμα και στο ίντερνετ είναι ακόμα και σήμερα λίγες !

Είναι πάντως υπαρκτοί ως γλωσσοπολιτιστική μειονότητα (μιας που οι ίδιοι δηλώνουν Έλληνες στην εθνικότητα) και φαίνεται να ζουν ακόμα αποκλειστικά στο νομό Ξάνθης και κυρίως στο χωριό Άβατο ! Δυστυχώς όμως οι επιμιξίες απειλούν να εξαφανίσουν αυτή την πολύ μικρή μειονότητα και τα ιδιαίτερα ανθρωπολογικά  γλωσσοπολιτιστικά χαρακτηριστικά της.

Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά μερικά δημοσιεύματα στο ίντερνετ για να μάθουμε για αυτούς τους αγνώστους Έλληνες όσο περισσότερα γίνεται. Οι πηγές μας είναι τα site   www.documentonews.gr ,   www.protothema.gr,  www.eirinika.gr 

Πώς βρέθηκαν στην Ελλάδα; – Σε ποια χωριά ζουν; – Τι λένε οι ίδιοι για την καταγωγή και τις συνθήκες διαβίωσής τους;

Τα τελευταία ειδικά χρόνια, τουλάχιστον στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, συναντάμε μαύρους, προερχόμενους σχεδόν αποκλειστικά από την Αφρική. Πρόκειται για οικονομικούς, ως επί το πλείστον, μετανάστες.
Κάποιοι από αυτούς έχουν ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση εκείνη των αδελφών Αντετοκούνμπο.

Υπάρχουν βέβαια και μαύροι (η χρήση της λέξης «μαύρος» γίνεται αποκλειστικά για προσδιορισμό του χρώματος και δεν έχει κανένα ρατσιστικό χαρακτηριστικό) Έλληνες και μαύρες Ελληνίδες, παιδιά μεικτών γάμων μεταξύ Ελλήνων – Ελληνίδων με μαύρες – μαύρους. Όπως ο παλιός διεθνής μπασκετμπολίστας Σοφοκλής Σχορτσιανίτης.

Πόσοι όμως γνωρίζουν ότι υπάρχουν και Αφροέλληνες, (κατά το Αφροαμερικανοί), με μαύρο χρώμα δέρματος, οι οποίοι ζουν για αιώνες στη Θράκη; Ας δούμε όμως περισσότερα στοιχεία γι’ αυτούς.
Πού ζουν οι Αφροέλληνες;

Οι Αφροέλληνες, χίλιοι περίπου στον αριθμό σήμερα, ζουν σε μερικά χωριά του νομού Ξάνθης. Συγκεκριμένα, «κεφαλοχώρι» τους είναι το Άβατο, ενώ έχουν έντονη παρουσία στα χωριά Παλαιό Κατράμιο, Εύλαλο, Δέκαρχο, Κρεμαστή και Παλαιό Εράσμιο.

Είναι γεννημένοι στην Ελλάδα, Έλληνες πολίτες, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα που μιλούν ελληνικά με θρακιώτικη προφορά και μάλιστα δυσανασχετούν όταν τους ρωτούν για το αν είναι Έλληνες…

Πώς βρέθηκαν στη Θράκη οι Αφροέλληνες;

Με τους «μαύρους Έλληνες», δεν έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα οι επιστήμονες. Εξαίρεση αποτελεί ο καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Νικόλαος Ξηροτύρης, ιδρυτής του Εργαστηρίου Ανθρωπολογίας στο Δ.Π.Θ. (1992).

Σε συνέντευξή του στον Βαγγέλη Μπότσαρη και την εφημερίδα «Έθνος», ανέφερε τα εξής:

«Είναι γνωστό πως στη Θράκη έφτασαν αφρικανικά φύλα στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Μεταφέρθηκαν εκεί από Αιγύπτιους σουλτάνους που ήθελαν εργάτες, δουλοπάροικους για τα χωράφια τους. Όπως ο Μοχάμετ Άλι (Πασάς της Αιγύπτου γεννημένος στην Καβάλα και πατέρας του Ιμπραήμ), στον οποίο ανήκαν περιοχές όπως η Καβάλα και η Ξάνθη, έφερνε Αφρικανούς, κυρίως από το Σουδάν που ήταν τότε αποικία της Αιγύπτου” Αυτή φαίνεται ότι είναι και η επικρατέστερη εκδοχή….

Κάποιοι πιστεύουν ότι οι μακρινοί πρόγονοι των Αφροελλήνων, ήρθαν στη Θράκη από τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και αγοράστηκαν ως… μπράβοι από τους ντόπιους Οθωμανούς αξιωματούχους. Η εκδοχή ότι οι «μαύροι Έλληνες» είναι απόγονοι Αφρικανών που έφεραν στην Ελλάδα οι Σύμμαχοι κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επίσης δεν φαίνεται πιθανή.

Η ζωή των Αφροελλήνων στα χωριά της Ξάνθης

Όπως αναφέραμε, οι Αφροέλληνες είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και ζουν στα χωριά της Ξάνθης όπου ζουν, υπάρχουν αρκετά τζαμιά και τα παιδιά τους φοιτούν σε μειονοτικά σχολεία, μαζί με τους υπόλοιπους Μουσουλμάνους της περιοχής. 

Ζουν πάντως αρμονικά με τους Χριστιανούς Έλληνες της περιοχής και έχουν τα δικά τους έθιμα.Τεχνίτες και αγρότες οι περισσότεροι, δεν αντιμετωπίζουν φυλετικά προβλήματα ενώ οι άντρες δηλώνουν με υπερηφάνεια ότι υπηρέτησαν στον Ελληνικό Στρατό.

Οι πρώτοι μεικτοί  γάμοι φέρεται να έγιναν το 1945 με γυναίκες από το Κίρτζαλι της Βουλγαρίας και από τότε πλήθυναν σε σημείο που σήμερα έχουν μείνει πολλοί λίγοι.

Όταν έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, θα έπρεπε ή να φύγουν ή να μείνουν στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι δεν πήγαν στην Τουρκία, ούτε οπουδήποτε αλλού δείχνει πολλά για την Ελληνική συνείδησή τους… 

Το Documento βρέθηκε στα δύο χωριά στο Δέλτα του Νέστου όπου ζουν εδώ και σχεδόν 250 χρόνια οικογένειες αφρικανικής καταγωγής

Είναι πληθυσμός αφρικανικής καταγωγής που δεν έχει προκύψει από πρόσφατες μεταναστεύσεις αλλά έχει παλαιότερη παρουσία στην περιοχή.
Τα χαρακτηριστικά των περισσοτέρων όμως έχουν αλλοιωθεί από τις επιμειξίες και τη συμβίωση με άλλους πληθυσμούς της Θράκης εδώ και περίπου 250 χρόνια. Οι Αφροέλληνες είναι Έλληνες πολίτες και αποτελούν μέρος της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Δεν είναι γνωστός ο ακριβής αριθμός τους. Οι περίπου 50-100 οικογένειες, τα περισσότερα μέλη των οποίων έχουν καθαρά αφρικανικά χαρακτηριστικά, ζουν σε δύο χωριά στην κοιλάδα του Νέστου, στο Παλιό Εράσμιο και το Άβατο.

«Αν θέλετε να πάτε στους μαύρους θα πάρετε τον επόμενο δρόμο και θα προχωρήσετε καμιά πεντακοσαριά μέτρα» μου λέει κάτοικος του Αβατου που με βλέπει να φωτογραφίζω τη ζωγραφιά με τα δύο παιδικά πρόσωπα, ένα λευκό και ένα μαύρο, στον τοίχο του παιδικού σταθμού που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού. Στο τέλος των 500 μέτρων υπάρχει μια μεγάλη πλατεία, όπου δεσπόζει το κτίριο του σχολείου και η επιγραφή με γράμματα που δεν μπορώ να διαβάσω. Σπίτια χαμηλά, αγροτικά, ελάχιστοι άνθρωποι στον δρόμο. Ρωτάω κάποιον που σκουπίζει έξω από το πέτρινο περίπτερο. «Στο καφενείο· από κει θα περάσουν σιγά σιγά όλοι».

Ο τρόπος με τον οποίο με υποδέχτηκαν εξαφάνισε τις όποιες επιφυλάξεις είχα. Η συζήτηση άρχισε εύκολα. «Ο Σπάρτακος ήταν ένας από μας» μου λέει ο Ολγκιούν (φωτογραφία κάτω) και με σοκάρει. Ο Σπάρτακος ήταν από τη Θράκη αλλά ήταν λευκός. Ο Ολγκιούν ξέρει ότι και ο ίδιος όπως και οι συγχωριανοί του είναι μακρινοί απόγονοι Αφρικανών σκλάβων κι έτσι αναγνωρίζει στον Θρακιώτη Σπάρτακο έναν εμβληματικό πρόγονο. Ίσως βέβαια και να έχει μπερδευτεί λίγο από το ειδώλιο που έχει δει στο μουσείο των Αβδήρων το οποίο αναπαριστά έναν μαύρο πολεμιστή. Οι αρχαιολόγοι το χρονολογούν στον 5ο π.Χ. αιώνα και θεωρούν ότι βρέθηκε στην περιοχή από την εκστρατεία του Ξέρξη, στον στρατό του οποίου υπήρχαν Αιθίοπες στρατιώτες και σκλάβοι…

Γενικά, πάντως, επικρατεί σύγχυση αναφορικά με την καταγωγή τους. Δεν έχουν εθνολογική σχέση με τους μουσουλμάνους της Κομοτηνής ή τους Πομάκους της Ξάνθης και το λένε και οι ίδιοι. Οι διαφορές στον τρόπο ζωής τους είναι σαφείς.

Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Λωζάνης ο πληθυσμός τους εμπλουτίστηκε με άλλους που ζούσαν στις γύρω περιοχές, οι οποίοι επέλεξαν να μη μεταφερθούν στην Τουρκία αλλά να παραμείνουν σε χωριά ανατολικά της Χρυσούπολης, όπως επέτρεπε η συμφωνία. Εγκαταστάθηκαν στις παρυφές της κοιλάδας του Νέστου για να βρουν γη και να τη μοιραστούν με Έλληνες επίσης εκτοπισμένους από τα εδάφη της Μικράς Ασίας.

«Με την περιοχή ασχολείται ο υπουργός Εξωτερικών, γιατί να είναι έτσι;» λέει με παράπονο ο Ολγκιούν. Είχε παντρευτεί μια Μολδαβή αλλά δεν τη δέχτηκαν στο σπίτι του και η κοπέλα γύρισε στην πατρίδα της. Ούτε το σχολείο τελείωσε: «Ο δάσκαλος με έλεγε Τούρκο, δεν είμαι Τούρκος. Τα τουρκικά τα μιλάμε όλοι. Έλληνας είμαι και Έλληνας νιώθω και είμαι ακτιβιστής, δεν μου πάει πολύ η θρησκεία».

Ο Εμίν θυμάται τον παππού του που ζούσε στο χωριό. Ο ίδιος είναι παντρεμένος με χριστιανή, μου ανέφερε και το ελληνικό επίθετό της. Τη γνώρισε όταν σπούδαζε στην Ξάνθη· κλέφτηκαν. Τα τρία παιδιά τους είναι λευκά με «μαύρα χαρακτηριστικά» είπε γελώντας. «Πολλά παιδιά είναι έτσι, τα χαρακτηριστικά χάνονται και εμφανίζονται πάλι, βλέπεις λευκή γιαγιά με μαύρο εγγόνι». Παρ’ όλη την απόσταση στέλνει τα παιδιά του σε ελληνικό σχολείο στην Ξάνθη. «Εκεί μαθαίνουν καλύτερα γράμματα, τα προσέχουν».

«Είμαστε ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας που δεν έχει καταγραφεί» μου είπε φεύγοντας ο Εμίν. Η κουβέντα κράτησε πολύ με άλλους που έμπαιναν κι έβγαιναν στο καφενείο: Τον μικρό Σαμπρί που θέλει να πάει να ζήσει στην Τουρκιά διότι εκεί «έχει πιο πολλά παιδάκια σαν εμένα» και την 17χρονη αδελφή του που λέει ότι είναι Ελληνίδα μουσουλμάνα αλλά δεν θα φορέσει ποτέ μαντίλα. Τον Ιγμάν που περιγράφει τις πλάκες που κάνουν σε τουριστικά γραφεία τα οποία οργανώνουν εκδρομές «για να δουν οι τουρίστες τούς μαύρους»! Αυτός οργανώνει τους κατοίκους του χωριού και εξαφανίζονται. «Οι τουρίστες ζητούν πίσω τα λεφτά τους και κάποτε θα σταματήσει αυτό το πράγμα».

Το χρώμα του δέρματος του καθενός δεν έχει σημασία, ούτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Άλλωστε ο αδελφός ή ο πατέρας του μπορεί να μην του μοιάζει σε τίποτα. Μόνο ο Ολγκιούν επιμένει: «Θα βάλω υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές, θα είμαι ο πρώτος μαύρος δήμαρχος στην Ελλάδα». Και μου υπενθυμίζει συνεχώς: «Να μην ξεχάσετε ότι εδώ δεν έρχονται εφημερίδες. Όταν το δημοσιεύσεις να μου στείλεις πολλές για να έχω να τις δείχνω. Θα κάνω το άρθρο κορνίζα και θα το πάω σε αυτούς κάτω, στον Πολιτιστικό Σύλλογο».

Παρακάτω στο link υπάρχει και βιντεάκι από ένα από τα ελάχιστα αφιερώματα που έχουν γίνει σε αυτούς τους ανθρώπους στην Ελληνικη΄τηλεόραση σε εκπομπή του Μάνεση στο Alpha.

https://www.facebook.com/watch/?v=945042892373617

 

 

 

 




Βλάχοι και ελληνισμός- Oι Βλάχοι της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη, κεντρική πύλη, οικονομικό και πολιτιστικό μητροπολιτικό κέντρο των Βαλκανίων επί 20 περίπου αιώνες, συνδέεται ανέκαθεν άρρηκτα με τους Βλάχους. Άλλωστε είμαστε οι μόνοι που στη λαλιά μας διασώζουμε το αρχαιότατο όνομά της.

Ιδού τρεις αποκαλυπτικοί προαιώνιοι δεσμοί:


1) Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στον Θερμαϊκό κατά τους Μηδικούς Πολέμους, πριν 2.500 σχεδόν χρόνια, υπήρχαν τρία κεντρικά πολίσματα: η Θέρμη, η Χαλάστρα και η Αλία. Αυτές συνένωσε, μετά δύο περίπου αιώνες, ο Βασιλεύς Κάσσανδρος σε μια μεγάλη πόλη στην οποία έδωσε το όνομα της συζύγου του και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Θεσσαλονίκη. Αλία στην αρχαία ελληνική σημαίνει θαλασσινή και αλμυρή: άλς η αλμυρή θάλασσα και άλας το αλάτι της. Το άλας στη λατινική ονομάζεται sal-salis και στη λαλιά μας sare και, γι’αυτό, εμείς οι Βλάχοι ονομάζουμε Saruna τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή Αλία όπως την ονόμαζε ο Ηρόδοτος. Την ονομασία Saruna βρήκαν μετά. χίλια χρόνια στα χείλη των γηγενών Βλάχων οι Σλάβοι τον 60 αιώνα μ.Χ. και, έτσι, την ονόμασαν Σόλουν.
2) Στα Αρχεία της Βενετίας φυλάσσεται έγγραφο του 1430 με το οποίο η Σύγκλητος εξουσιοδότησε τον Ενετό Βάϊλο της βενετοκρατούμενης Θεσσαλονίκης να στρατολογήσει Βλάχους πολεμιστές. Αυτοί τότε πολέμησαν τους Οθωμανούς πολιορκητές υπερασπιζόμενοι μέχρις ενός τη Θεσσαλονίκη τους την οποία είχαν εγκαταλείψει οι πλείστοι άλλοι κάτοικοί της.
 3) Η Αγία Παρασκευή είναι ανέκαθεν η προστάτιδα των Βλάχων που την ονομάζουν St Veneri και την ταυτίζουν με την αρχαία Θεά Αφροδίτη (Venus – Veneris στη λατινική). Στην Αγία Παρασκευή, λοιπόν, ήταν αφιερωμένος, από τον 5ο αιώνα ήδη, ο αρχαιότερος σωζόμενος χριστιανικός ναός της Αχειροποιήτου που τώρα θεωρείται -ανέκαθεν δήθεν- αφιερωμένος στην Παναγία. Όμως στην Αχειροποίητο εισήλθε Πορθητής το 1430 ο Σουλτάνος Μουράτ Β’, έθεσε τον «τουρά» του σε κίονα του αριστερού της κλίτους και την έκανε τζαμί. Επί πέντε αιώνες από τότε μέχρι και το 1912, η Αχειροποίητος ονομάζονταν Εσκί Τζουμά τζαμί, δηλαδή τζαμί της Παλαιάς Παρασκευής. Ακόμη και σήμερα στην Αχειροποίητο λειτουργεί, δεξιά, παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Άλλωστε, είναι εξακριβωμένο ιστορικά ότι, 170 χρόνια μετά την άλωση, οι Βλάχοι κυριαρχούσαν στην πόλη. Ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Μιχαήλ Σακελλαρίου υπογραμμίζει:
Το 1605 οι Βλάχοι αποτελούσαν το μισό του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης.
Εξ άλλου, πλησιάζοντας τους καιρούς μας, στο παμπάλαιο αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, έξω από την Ληταία πύλη των τειχών, η Φιλόπτωχος Αδελφότης Θεσσαλονίκης, που διοικούσαν Βλάχοι, ίδρυσε το 1900 τα Νεκροταφεία της Αγίας Παρασκευής. Τον πανηγυρικό λόγο των εγκαινίων μάλιστα εξεφώνησε Βλάχος: ο κορυφαίος φιλόλογος Πέτρος Παπαγεωργίου από το Κρούσοβο που αναφέρθηκε διεξοδικά. στα έως τότε αρχαιολογικά ευρήματα, ιδιαίτερα στις ενεπίγραφες επιτύμβιες στήλες οι οποίες μαρτυρούν σε συνέχεια ταφές στον ίδιο ακριβώς χώρο.

Δεν είναι καθόλου τυχαία, λοιπόν, η (ουσιαστικά επαν-) ίδρυση των Νεκροταφείων στο αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, όπως θα μπορούσε κανείς ανελλήνιστος. Αντίθετα φανερώνει τον μυχιαίτατο ειρμό της Ιστορίας που από τα πανάρχαια χρόνια τηρούμε οι λατινοφωνήσαντες αυτόχθονες Έλληνες, υποσυνείδητα ασφαλώς αλλά οπωσδήποτε ακολουθώντας συνειδητά τα βήματα της παράδοσής μας.
Από τα αρχαιότατα χρόνια η θεά Αφροδίτη, που εμείς ταυτίζουμε με την Αγία Παρασκευή, λατρεύονταν με τρεις ιδιότητες: η Αφροδίτη του έρωτα και της ομορφιάς, η λιμενία Αφροδίτη των απάνεμων λιμανιών και της ναυσιπλοΐας και, τρίτον, η Αφροδίτη των νεκρών που τα σεβάσμια ιερά της λατρεύονταν στα αρχαία νεκροταφεία. Στα αρχαία νεκροταφεία της Θεσσαλονίκης έχουν βρεθεί πολλά πήλινα μικρά ειδώλια της θεάς ως κτερίσματα των νεκρών Θεσσαλονικέων και πολλά επιτύμβια με ανάγλυφη την μορφή της.

Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Θεσσαλονίκης ιδρύεται το 1871, αμέσως μετά το βουλγαρικό σχίσμα, για να υπερασπισθεί τα ελληνικά εθνικά δικαιώματα. Ιδρυτής της ο Βλάχος Στέφανος Κων. Τάττης, γιός του Φιλικού Κωνσταντίνου Στ. Τάττη. Τον διαδέχονται στην προεδρία μέχρι το 1924 άλλοι τρεις Βλάχοι. Ενωρίτερα προστάτης των Ελληνικών Γραμμάτων ήταν Νάνος (Ιωάννης) Γούτα Καυταντζόγλου, ο πλουσιότερος προεστός της πόλης. Και ο Μιχαήλ Τοσίτσας, Μέγας Εθνικός Ευεργέτης, χρηματοδοτεί την πρώτη ελληνική σχολή που έχει μόλις ιδρύσει ο επίσης Βλάχος προεστός Δημητράκης Μπαλταδώρος Οικονόμου. Το 1900 ο Άθως Ρωμάνος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, αναφέρει στον προϊστάμενό του Υπουργό των Εξωτερικών τα εξής:

Ενταύθα, ως γνωστόν, ζώσι πολυάριθμοι βλαχόφωνοι καταγόμενοι εκ Κρουσόβου, Νεβέσκης, Μεγαρόβου, Βελισσού, Κλεισούρας, Σαμαρίνης και Βεροίας, οίτινες Έλληνες θεωρούντες εαυτούς και ελληνικά σκεπτόμενοι και εκπαιδευόμενοι, ικανήν ζωήν παρέχουσιν εις το φθίνον ιθαγενές ελληνικόν στοιχείον ίνα μη προσθέσω και τους εκ του Βλαχολειβαδίου πολιαρίθμοιυς βλαχοφώνους οίτινες παλαιόθεν έχουσιν ενσωματωθεί. Εάν αποχωρισθώσιν ούτοι αφ’ ημών και αδιαφορίαν έχωσιν εις το μέλλον προς τα ημέτερα, η ενταύθα Ελληνική Κοινότης θέλει περιπέσει εις θέσιν μη ισοφαρίζουσαν ουδέ προς την επήλυδα βουλγαρικήν παροικίαν.

Έτσι αρχίζει ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας με κέντρα τη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι όπου πρωταγωνιστούν οι Βλάχοι. Στη Θεσσαλονίκη το Εκτελεστικό του Αγώνα έχει 8 μέλη. Οι έξη είναι οι Βλάχοι: Δημήτριος Ζάννας και Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου από το Λιβάδι του Ολύμπου, Κωνσταντίνος Τορνιβούκας από την Κλεισούρα, Αλκιβιάδης Μάλτος από το Μοναστήρι, Αργύριος Ζάχος από τα Βελεσσά και Γεώργιος Σαμαράς από το Σέλι. Σύνδεσμος ο φαρμακοποιός Μιλτιάδης Κέννας από τον Ασπροπόταμο, που είχε το φαρμακείο του αντίκρυ από το αρχοντικό του πρωταγωνιστού ιατρού Δημ Ζάννα στη λεωφόρο Χαμηντιέ, τώρα Εθνικής Αμύνης.

Τον Αγώνα συντονίζει ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Λάμπρος Κορομηλάς, ο οποίος αργότερα δηλώνει στον Αλέξανδρο Δ. Ζάννα, γαμβρό της Πηνελόπης Δέλτα:Αν δεν είχα μαζί μου τους Κουτσόβλαχους, δεν θα μπορούσα να βγάλω πέρα τον Μακεδονικό Αγώνα.

Την μαρτυρία του διασώζει ο Γεώργιος Μόδης. Μακεδονομάχος υπουργός και βάρδος του Αγώνα από το Μοναστήρι.
Περιορίζοντας τον ιστορικό ορίζοντα στον 20ο και στην αυγή του 21 αιώνα εξακριβώνουμε ότι οι Βλάχοι πρωταγωνίστησαν και άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους σε όλες ανεξαιρέτως τις πτυχές της ζωής της Θεσσαλονίκης: παιδεία και λογοτεχνία, κοινωνία και ευεργεσία, οικονομία και πολιτική, τέχνες και ψυχαγωγία, αθλητισμός και συνδικαλισμός. 
 
Συχνά κράτησαν τα ηνία και πάντοτε επηρέασαν αποφασιστικά την ηγεσία. Βλάχοι ήσαν έξη Δήμαρχοι της Θεσσαλονίκης και πέντε Αντιδήμαρχοι, πέντε Δήμαρχοι- Δήμων της Μείζονος Θεσσαλονίκης, δύο Αντινομάρχες της, οκτώ ευεργέτες της, έξη υπουργοί και τρεις υφυπουργοί, σαρανταένας καθηγητές Πανεπιστημίου, πέντε εκδότες επτά εφημερίδων, οκτώ διευθυντές επτά εφημερίδων, εικοσιεπτά Πρόεδροι και έξη Γενικοί Διευθυντές κορυφαίων Οργανισμών, επιστημονικών Συλλόγων και Ιδρυμάτων, ιδιοκτήτες δώδεκα εμβληματικών ξενοδοχείων καθώς επίσης ιδιοκτήτες πολλών κεντρικών μεγάρων, πολυκαταστημάτων, βιομηχανιών, ζαχαροπλαστείων, νυκτερινών κέντρων κ.α., σπουδαίοι επιστήμονες, επιχειρηματίες, έμποροι, βιομήχανοι, χρυσικοί κ.λ.π.

Δήμαρχος Θεσσαλονίκης από το 2011 είναι ο Γιάννης Μπουτάρης από τη Νέβεσκα και Αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης ο Απόστολος Τζιτζικώστας από τη Νέβεσκα και τα Τρίκαλα. Αντιδήμαρχοι: η Καλυψώ Γούλα και ο Κωνσταντίνος Ζέρβας. Βουλευτής Θεσσαλονίκης, του Κ.Κ.Ε., από το 2004 συνεχώς ο Συρρακιώτης καθηγητής Ιωάννης Ζιώγας.
Μέχρι το 2010 οι εξής Βλάχοι της Θεσσαλονίκης διετέλεσαν:

Υπουργοί: Αλέξανδρος Ζάννας, Χριστόφορος Νάλτσας Τάκος Μακρής, Γιώργος Μ. Λιάννης, Γιώργος Τζιτζικώστας και Χρήστος Φώλιας,
Υφυπουργοί: Δημήτριος Ευρυγένης, Ανδρέας Καζάζης και Λευτέρης Τζιόλας
Δήμαρχοι Θεσσαλονίκης: Πέτρος Συνδίκας, Κωνστ. Τάττης, Γεώργιος Σερεμέτης, Δημήτριος Κ.Ζάννας και Αθανάσιος Γιαννούσης
Δημαρχεύσαντες: Τάσκος Γιαννούλης και Αθανάσιος Καζινάρης
Αντιδήμαρχοι: Νικόλαος Ταχιάος, Απόστολος Τσουρέκας, Ματθαίος Τσούγκας
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου : επί 20 χρόνια ο Σωτήρης Καπετανόπουλος
Αντινομάρχης και Πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου : Μιχάλης Τζιόλας, τώρα Σύμβουλος της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Αντινομάρχης, επίσης, επί 4 χρόνια ο ιατρός Μιχάλης Λιάκος από το Πισοδέρι.
Δήμαρχοι Μείζονος Θεσσαλονίκης: Ευόσμου Τάκης Χατζηβρέττας, Ωραιοκάστρου Νικ.Μιτάτος, Πυλαίας Απ. Κουκορίκος, Αξιού ΝικΣωυνίκας, Χορτιάτη Μιχ.Γεράνης, Καλλιθέας και από το 2011 Ωραιοκάστρου Τάκης Σαραμάντος.

Άρρηκτο ιστορικό κεφάλαιο είναι η συμβολή των Βλάχων στις επιστήμες.
Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο καταγράφονται ως εξής:
Πρυτάνεις οι Δημήτριος Καρανίκας και Κωνσταντίνος Δεμίρης
Αντιπρύτανεις 2010-3 η Δέσπω Λιάλιου
Καθηγητές – συχνά συνιδρυτές και Κοσμήτορες- Σχολών:
Ιατρική: Κάρολος Αλεξανδρίδης, Ματθαίος Τσούγκας ιατροδικαστής, Γιάννης Παπαδήμος, Γιώργος Παπαζαχαρίου, Βασίλης Θωμαΐδης, Αλέξανδρος Αλεξανδρίδης, Άρης Μπουσουλέγκας,
Οδοντιατρική: Λεωνίδας Πισιώτης, Αναστάσιος Θ.Τσίρλης, Νικόλαος Παρίσης
Κτηνιατρική: Κωνσταντίνος Βλάχος
Νομική: Δημήτριος Σάντης, Δημήτριος Καρανίκας, Ιωάννης Ζησιάδης, Κωνσταντίνος Βαβούσκος, Τηλέμαχος Φιλιππίδης, Δημήτριος Ευρυγένης, Χαράλαμπος Παπαστάθης, Καλλιόπη Κούφα, Αλίκη Κιάντου-Γίαμπούκη, Βασίλειος Κιάνιος, &ινθή Περάκη, Ελίζα Αλεξανδρίδη, Μαριάνος Καράσης
Θεολογική: Βασίλειος Έξαρχος, Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, Στέργιος Σάκκος, Μιχάλης Τρίτος τώρα Κοσμήτωρ, Ιωάννης Κογκούλης, Μιλτιάδης Κωνσταντίνου και Δέσπω Λιάλιου τώρα Αντιπρύτανις
Πολυτεχνική: Γεώργιος Νιτσιώτας, Κωνσταντίνος Δεμίρης, Γιώργος Μ.Λιάνης, Βασίλειος Μέρτζιος
Χημείας: Ιωάννης Ζιώγας
Φιλοσοφική: Μαρία Παπαγεωργίου, Νικόλαος Κατσάνης. Αντώνης Μπουσμπούκης, που έγραψαν σπουδαία έργα για τους Βλάχους
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: Ιωάννης Ξηροτύρης και Βάϊος Λάζος
Συνεχίζοντας την πατρώα παράδοση των Μεγάλων Εθνικών Ευεργετών και στη Θεσσαλονίκη, τής χαρίζσυν: ο αρχιτέκτων Λύσσανδρος Καυταντζόγλου το Καυταντζόγλειο Στάδιο, ο ιατρός Αλέξανδρος Καρίπης το Καρίπειον Ίδρυμα και το Καρίπειον Μέλαθρον, η Αλίκη Νέστορος Τέλλογλου, κόρη Ναούμ Ωρολογά, το Τελλόγλειο Ίδρυμα. ο Δημήτρης Ζάννας το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα και στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή το μεγάλο κτήμα του, ο καθηγητής Αλέξανδρος Σβώλος την βιβλιοθήκη του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ο συμβολαιογράφος Μενέλαος Οικονόμου 10.000 χρυσές λίρες στη Σχολή Τυφλών. Κορυφαίοι οι αδελφοί Νικόλαος και Λεωνίδας Παπαγεωργίου το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου.

Βλάχοι, με τις εφημερίδες τους και την πένα τους, καθοδηγούν επί 175 χρόνια την κοινή γνώμη, την κοινωνία και την πολιτική της Βορείου Ελλάδος από τη Θεσσαλονίκη. Κυριαρχούν πραγματικά στον Τύπο.

Ο Σοφοκλής Γκαρμπολάς από την Κρανιά του Ολύμπου ιδρύει το 1875 την πρώτη ελληνική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Ερμής» και στη συνέχεια «Φάρος της Μακεδονίας». Τον Γκαρμπολά συνδράμουν αποφασιστικά δύο επιφανείς Βλάχοι: Ο πεθερός του Δημ. Μπαλταδώρος και ο τότε Μητροπολίτης -ο μετέπειτα μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ Μεγαλοπρεπής από το Κρούσοβο. Την δεύτερη ελληνική εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» διευθύνει ο Βλάχος Ι. Μπήτος.

Την «Μακεδονία» ιδρύει το 1910 ο Κωνσταντίνος Βελλίδης από την Αγία Παρασκευή της Δεσκάτης η οποία σε βυζαντινά έγγραφα και στον Κώδικα της Μητροπόλεως αναφέρεται ως Ντεσικάτα και Δεσικάτη. (Ντεσικάτα στα βλάχικα σημαίνει σχισμένη γιατί η πόλη σχίζεται από χαράδρες). Πρώτος την διευθύνει το 1911 ο Βασίλειος Μεσολογγίτης από τη Νέβεσκα. Κατάγεται από την πολεμική φάρα Ζιούρκα που πολεμιστές της, μαζί με εκατοντάδες άλλους Βλάχους, υπερασπίσθηκαν το πολιορκημένο Μεσολόγγι και, μετά την Ηρωική Έξοδο, κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη η οποία, γι’αυτό, τους ονόμασε Μεσολογγίτες.

Ο Γιάννης Βελλίδης, μεγάλο αφεντικό της Θεσσαλονίκης, το 1963 ιδρύει την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» την οποία, αργότερα, διευθύνει ο Λάζαρος Χατζηνάκος από το Πισοδέρι με αθλητικογράφο τον μετέπειτα βουλευτή Φλωρίνης και υφυπουργό Γιώργο Θ.Λιάνη από την Κλεισούρα.

Το 1910 ο Αθανάσιος Βόγας από το Μοναστήρι εκδίδει «Το Σύνταγμα».
Μετά το 1914, στην εφημερίδα «Το Φως» αρθρογραφεί ο Θ.Χατζηγώγας.
Την εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» του Π.Ξ.Λεβαντή, διευθύνουν διαδοχικά επί μισόν αιώνα ο Βασίλειος Μεσολογγίτης, ο Ηλίας Κύρου, ο Γεράσιμος Μ.Δώσσας και ο Ν.Ι.Μέρτζος ο οποίος διευθύνει επίσης την εφημερίδα «Εσπερινή Ώρα» και επί 27 έτη το περιοδικό «Μακεδονική Ζωή» Τις εφημερίδες «Δράσις», «Ελεύθερος Λαός» και «Μακεδονικά Σπορ» ιδρύει, αρχές δεκαετίας του ‘60, ο Τάσος Νάστος και διευθύνουν ο Κίμων Οικονόμου και ο Νίκος Μπακόλας.

Στην Αθήνα ο Κίτσος Τεγόπουλσς το 1974 ιδρύει την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Κορυφαίοι δημοσιογράφοι πανελλαδικά οι Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, Χρήστος Φιλιππίδης, Κώστας Σισμάνης Χρήστος Πασσαλάρης και Δημ.Στεργίου
Τις πρώτες ιδιωτικές κλινικές της Θεσσαλονίκης ιδρύουν ο Κων.Δαν και οι αδελφοί Κούφα. Το Δημοτικό Νοσοκομείο ο Γ.Οικονόμου. Συνιδρυτής της Ψυχιατρικής Κλινικής Πισσαλίδη ο Γεώργιος Καρίπης.

Την Εμπορική Σχολή ιδρύει ο ιερομόναχος Στέφανος Νούκας. Νούκα στα βλάχικα σημαίνει καρύδι. Είναι συνηθισμένο οι Βλάχοι να αποδίδουν στη λαλιά τους τα παλαιά βυζαντινά επώνυμά τους, όπως εν προκειμένω Καρύδης. Π.χ. ο Μέγας Διδάσκαλος του Γένους Κωτούνιος, που έδρασε εθνωφελώς στη Βενετία, προέρχονταν από τη βυζαντινή οικογένεια Κυδώνη. Το κυδώνι οι Βλάχοι ονομάζουν γκοτούνιου. Μια άλλη απόδειξη ότι ακολουθούν αδιάκοπα τον ειρμό του ελληνισμού.

Την τοπογραφία της Θεσσαλονίκης καθ’όλον τον 20ό αιώνα ορίζουν εμβληματικά κτίρια, ξενοδοχεία και επιχειρήσεις Βλάχων καθώς επίσης οδοί αφιερωμένες σε Βλάχους. Και, βέβαια, όταν έλεγες Φλόκα όλοι οι Έλληνες εννοούσαν την πιο γλυκειά και αριστοκρατική Θεσσαλονίκη.

Όταν έλεγες Μεντιτερρανέ εννοούσαν την βαρύτερη αρχοντιά της. Με βάση την μελέτη και τα σχέδια του μεγάλου Βλάχου αρχιτέκτονα Αργύρη Ζάχου αναστηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη ο ιστορικός ναός του πολιούχου Αγίου Δημητρίου.

Ας περπατήσουμε τους δρόμους και τους τόπους που οι δικοί μας σημάδεψαν:
Τα ξενοδοχεία: Μεντιτερρανέ, Μάντσεστερ, Μοντέρν, Ριτς, Πέλλα, Παλλάς, Βίλλα Ριτς, Μαδρίνος, Σίτυ, Βικτώρια, Αίγυπτος, Πατέρα Χαν και Χάνι Σωσσίδη
Τα Μέγαρα : Βαλασύρη, Βόγα, Φλόκα, Δημητριάδη, Οικονόμου, Ζαν Νίκου, Καρίπειον Μέλαθρον, Δώδου, Σκαπέρδα, Σταθάκη, Παπαδήμα, Μπούρου, Νούσιου, Σωσσίδη, Φάληρο, Κόκκινο Σπίτι, Μιραμάρε, οι βίλλες Φλόκα και Φ. Καζάζη και η αυτοκρατορική Βίλλα Ριτζ όπου σήμερα λειτουργεί ο πολυπληθής ομώνυμος οικισμός πολυτελείας.Επιτροχάδην αναφέρονται ενδεικτικά διαπρεπείς Βλάχοι Θεσσαλονικείς κατά τομείς:

Βιομηχανία: σοκολατοποιΐα:  Φλόκα, χημικά Κράλλης, κατασκευές Καρίπη, οινοποιΐα Ι.Μπουτάρης, φερμουάρ Ζάμα Καζάζης, γαλακτοκομία Κολιός και «Αγνό», αλουμίνιο Δημήτρης Τζήκας
Καπνέμποροι: Κωνσταντίνος και Αλέξανδρος Μίσσιου, Κωνσταντίνος Τορνιβούκας και Γεώργιος Σωσσίδης ο επικαλούμενος Μαχαραγιάς.
Εισαγωγείς ξυλείας: Κόκκου, Μπουσβάρος, Μπιλιμάτσης, Κουγιουμτζής
Πολυκαταστήματα: Καραδήμου-Σταμούλη, Χρυσικοπούλου και στοά Χρυσικοπούλου.
Αυτοκίνητα: Ιωάννης Μανδύλας.Μουσικοί: Αιμίλιος Ριάδης κορυφαίος αρχιμουσικός. Σωτήριος Γραικός ο ιδρυτής του πρώτου Ωδείου. Χρήστος Δέλλας και Ντάνυ Δοσίου διευθυντές του Κρατικού Ωδείου. Αστέρης Τσώτας.
Ζωγράφοι: Κώστας Αούστας, Νικόλαος Κουπέγκος, Κώστας Βαβάτσης, Ιουλία Αγραφιώτη, Θανάσης Γιαννούσης.
Εκκλησία: ο μακαριστός πια Μητροπολίτης Λαγκαδά Σπυρίδων και ο Πρωτοσύγκελος Θεσσαλονίκης Δημήτριος Βακάρος.

Διεθνείς καλαθοσφαιριστές: οι Τώνης Φλόκας, Τάκης και Κώστας Παρίσης, Αστέρης Γούσιος, Τάκης Ρόκος, Στέργιος Μπουσβάρος, Γιάννης Παπαδήμας, Άρης Μπουσουλέγκας και Χατζηβρέττας. 
Κανένας δεν τραγούδησε και δεν ύμνησε περισσότερο τη Θεσσαλονίκη στο λαϊκό τραγούδι όσο ο Βλάχος ανυπέρβλητος λαϊκός βάρδος της Βασίλης Τσιτσάνης. Οι μνημονευθέντες προϋποθέτουν μιαν ανθρωπογεωγραφία Βλάχων σε μεγάλο βάθος χρόνου και δράσεων. Ιχνογραφούν απλώς -και μάλιστα ελλειπτικά- την παρουσία των Βλάχων στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία μόνον 110 χρόνια.
Έστω πολύ θαμπά, φανερώνουν πως δίχως Βλάχους δεν νοείται Θεσσαλονίκη -ούτε ελληνική ταυτότητα έως το 1920. Υπογραμμίζεται με έμφαση ότι όσα ονόματα μνημονεύθηκαν ήδη, αναφέρονται ενδεικτικά. Ας συγχωρεθεί ότι πιθανότατα παρασιωπήθηκαν αρκετά σημαντικά γιατί, αν γίνονταν πλήρης καταγραφή των επιφανών Βλάχων της Θεσσαλονίκης θα χρειάζονταν μεγάλη μονογραφία η οποία αποτελεί χρέος οφειλόμενο στην Ιστορία και την κοινωνία αυτής της περιμάχητης πόλης μας.
 
Νικόλαος Ι. Μέρτζος
Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Δημοσιογράφος και συγγραφέας
“Οι Βλάχοι της Θεσσαλονίκης”
ΠΗΓΗ και πιο αναλυτικό κείμενο:   www.vlahoi.net



Σουβλάκι και η ιστορία του !

Πάντα θεωρούσαμε ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να ψάξουμε πως προέκυψε και πότε καθιερώθηκε το σουβλάκι- με όλες του τις μορφές- στην Ελλάδα και σήμερα θα ασχοληθούμε με αυτό, μιας και σήμερα έχει φτάσει να θεωρείται από τα γαστρονομικά  σύμβολα της Ελλάδας…

Από την έρευνά μας βρήκαμε λοιπόν τα εξής στοιχεία ως επικρατέστερες εκδοχές: 

  •  Τέτοια εδέσματα με κρέας διαφόρων ειδών περασμένο σε καλαμάκι υπήρχαν σε πολλούς πολιτισμούς- και ένας από αυτούς και η αρχαία Ελλάδα- και υπάρχουν ακόμα και σήμερα σε αρκετές χώρες με κάποιες διαφορές μεταξύ τους.
  • Η καταγωγή του σημερινού σουβλακιού, με χοιρινό σε καλαμάκι, πρέπει να είναι ανατολίτικη, δεδομένου ότι στη νέα Ελλάδα αυτό φέρεται να πρωτο εμφανίστηκε κάπου στη δεκαετία του 20′ από Αιγυπτιώτη πρόσφυγα σε μορφή κεμπάπ.
  • Το σημερινό σουβλάκι με χοιρινό πρέπει να εμφανίστηκε στη δεκαετία του 40′ σε προσφυγικές περιοχές του Πειραιά και το 1951 στη Λιβαδειά και πιθανότατα από πρόσφυγες ή απογόνους τους και τότε εμφανίζεται και ο γύρος
  • Στη δεκαετία του 50′ φαίνεται πως ξεκίνησε και η συνταγή του τυλίγματος με ψημένη πίτα από ένα και μόνο κατάστημα και αυτό είναι αποκλειστικά Ελληνική πατέντα ! Από τότε γνώρισε αυτή την τεράστια απήχηση που ξέρουμε σήμερα, συνδυαζόμενη με διάφορα είδη κρέατος, αλλά, τζατζίκι λαχανικά, κρεμμύδι κα.

 

ΠΗΓΕΣ:  http://www.epirus-tv-news.gr/2011/02/blog-post_9941.html

https://www.akshotels.com/soyvlaki-istoria/
 
https://www.akshotels.com/soyvlaki-istoria/
 
http://www.24grammata.com/?p=13800
 
http://www.infokids.gr/poios-anakalypse-to-soyvlaki/



Χριστούγεννα στην παλιά Μεσσηνία

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

Η Μεσσηνία έχει τα δικά της ήθη και έθιμα τα οποία όμως αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Για παράδειγμα η Μάνη έχει τελείως διαφορετικά ήθη και έθιμα από την υπόλοιπη Μεσσηνία, διαφορετικά έχει και η Τριφυλία.

Όλα μαζί όμως δίνουν μια άλλη διάσταση στη συνολική Μεσσηνιακή Λαογραφία την οποία αφού ψάξαμε σε διάφορες πηγές, έχετε τη δυνατότητα να γνωρίσετε στο σημερινό μας δημοσίευμα. Επειδή όμως το σημερινό μας θέμα είναι ατέλειωτο, ενδεχομένως να το δημοσιεύσουμε σε 2 ή και 3 δημοσιεύσεις. Ελάτε λοιπόν να σας ξεναγήσουμε στις παραδόσεις των Μεσσηνίων και να σας γυρίσουμε πολλά χρόνια πίσω.

Τα παλιά χρόνια ήταν οι μέρες αργίας τα Δωδεκαήμερα των Χριστουγέννων. Όχι μόνο «Τρεις τα Γέννα- Τρεις τα Φώτα…» καθώς το λένε τραγουδιστά, μα 12 ολόκληρες ημέρες. Το προσεπιβεβαιώνει και το όνομά τους που ήταν γιορταστική περίοδος μεγάλη με 3 λαμπρούς αστερισμούς: Χριστούγεννα- Πρωτοχρονιά και Φώτα. Καθισιό και ανάπαυση, λοιπόν, 12 μέρες μα και διασκέδαση συνάμα. Γιατί χωρίς τη διασκέδαση κυρίως δεν ολοκληρώνεται ο σκοπός της χειμωνιάτικης εργασιακής ανάπαυλας.

Η ανάπαυλα καθιερώθηκε για την απαλλαγή του οργανισμού από κάθε λογής καματόγονες ουσίες και συνακόλουθες αναποδιές και χαλάστρες στην ψυχή και στο σώμα. Ο σωματικός κάματος διώχνεται με την αναπαή και το καλό φαγοπότι. Η βαριεστιμάρα της ψυχής με τη διασκέδαση και τα χοροκόπια. η χαρά του γλεντιού να εξουδετερώσει το σαράκι της στεναχώριας, πριν προφτάσει με την ψυχική κατάθλιψη να κάμει χαλάστρες… «Εκείνα τα χρόνια!» καθώς τονίζουν με νοσταλγία διάφοροι καταχρονίτες, έδιναν κι έπαιρναν τα ξεφαντώματα στο Δωδεκαήμερο διάστημα.

Και φυσικά για μεγάλο γλέντι χρειάζεται μεγάλη ετοιμασία. Δεν βγαίνουνε ξεροσφύρι τα πολυήμερα πανηγύρια… Ετοιμάζαν, λοιπόν, εξαιρετικά φαγοπότια. Απήχηση του φροντισιακού κυματισμού τους είναι και τα όσα κάνουμε τώρα. Βέβαια, τις δικές μας ημέρες, δεν παίρνουνε τόση έκταση ούτε και του καιρού εκείνου την ένταση οι ανάλογοι γιορτασμοί μας. Διατηρούνται όμως ως διάθεση κι ούτε μπορούν να λείψουν.

Ποιος στραβός δε θέλει τα μάτια του, ποιος γερός δεν αποζητάει το καλό φαγοπότι και τα ξέφρενα γλέντια; Από τη διάθεσή μας όμως ως την πραγμάτωση της επιθυμίας μεσολαβούν κι άλλοι παράγοντες που κουτσουρεύουνε κάπως και τη διάθεση και την επιθυμία… Ακόμα και τα ζυμωτά των ημερών γίνονταν εξαιρετικότερα τον καιρό εκείνο. Εξαιρετικότερα και στα γλυκά, και στην κατεργασία, και στα κεντίδια και στα πάντα φανερωνόταν η πολλή τους και ιδιαίτερη φροντίδα. Ανάλογη με την ποιότητά τους ήταν και η ποσότητά τους: Χριστόψωμα, Βασιλόπιτες, Σταυροκουλούρες κτλ. Για όλους τους ανθρώπους – μικρούς και μεγάλους…

Τα Χριστούγεννα ήταν πάντα μια πολύ μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και αναμένονταν με μεγάλη λαχτάρα, έπειτα από 40ήμερη νηστεία και προσευχή. Τα πολύ παλιά χρόνια, έως το 1920 περίπου, η χριστουγεννιάτικη λειτουργία στην Μερόπη γινόταν τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, προφανώς για να αναπαριστά την νυχτερινή «έλευση – γέννηση του Κυρίου». Αποβραδίς ετοιμάζονταν οι χριστιανοί Μεροπαίοι για τη νυχτερινή λειτουργία: Τα καινούργια κοστούμια, τα παπούτσια, τις γραβάτες και τα ρεπούμπλικα. Και όταν χτυπούσε η καμπάνα τα μεσάνυχτα, πετάγονταν όλοι από τα στρωσίδια τους για να ντυθούν και να τραβήξουν για την εκκλησία.

Το χριστουγεννιάτικο – χειμωνιάτικο βράδυ ήταν θεοσκότεινο (ας μη ξεχνούμε ότι δεν υπήρχε δημόσιος φωτισμός) και το κρύο συνήθως τσουχτερό. Γι’ αυτό όλοι κρατούσαν φανάρια για να βλέπουν να περπατούν και ήταν καλά κουκουλωμένοι. Μέσα στην εκκλησία έκαιγαν μια – δύο και τρεις φουφούδες – μαγκάλια. Ακριβώς αυτά τα στοιχεία έδιναν στο γιορτασμό μεγαλοπρέπεια, ατμόσφαιρα μυστηρίου και θρησκευτικής υποβλητικότητας.

Την όλη ατμόσφαιρα συμπλήρωναν τα εορταστικά άμφια του παπά, των ψαλτάδων τα ωραία κοστούμια και η γιορταστική και μελωδικότερη από άλλοτε ψαλμωδία τους. Δεν ήταν σπάνιο κάποτε – κάποτε και η συμμετοχή εκτάκτων ψαλτάδων, που έκανε πιο όμορφη και μεγαλοπρεπή τη γιορτή.

Μετά το σχόλασμα της εκκλησίας ανταλλάσσονταν οι ευχές με αγάπη και έσπευδαν όλοι στα σπίτια για την γιορταστική «άρτυση», που την είχαν στερηθεί σαράντα ολόκληρες ημέρες. Απαραίτητο συμπλήρωμα της χριστουγεννιάτικης «άρτυσης» ήταν τα χριστόψωμα και τα χριστοκούλουρα ή μουστοκούλουρα των παιδιών. Γλυκίσματα, ήταν απαραίτητα, οι μεγάλοι χωριάτικοι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα. Το χριστουγεννιάτικο φαγητό ήταν συνήθως η γαλοπούλα ή ο γάλος που ο καθένας είχε δικό του ή, όταν δεν υπήρχε οπωσδήποτε θα σφάζονταν κόκορας ή στην ανάγκη μια μεγάλη κότα ή χοιρινό με σέλινο.

Το γλέντι και η χριστουγεννιάτικη γιορτή κρατούσε τρεις μέρες και έπειτα η ζωή ξανάπαιρνε τον κανονικό της ρυθμό. Πρέπει να πούμε ότι εξαιρετικής σημασίας έθιμο για τα παιδιά κυρίως ήταν τα χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Σχέδια επί σχεδίων καταστρώνονταν ολόκληρες ημέρες πριν, για το ποιοι θα αποτελούσαν την «παρέα», σε ποια σπίτια θα πήγαιναν κ.λπ. Και ήταν απερίγραπτη η χαρά τους, όταν γέμιζαν τσέπες και σακούλες με δεκάρες, καρύδια, γλυκά, κουλούρια κ.ά.

Αξίζει εδώ να προσθέσουμε ότι, τότε, προ του 1930, σε αντίθεση με τα Χριστούγεννα η Πρωτοχρονιά δεν γιορτάζονταν στα χωριά με όση επισημότητα γιορτάζεται τώρα. Γινόταν το πρωί μια λειτουργία στην εκκλησία και τίποτε άλλο. Η μέρα της πρωτοχρονιάς όμως ήταν ντυμένη με πολλά έθιμα από τους Μεροπαίους όπως: Τη παραμονή της πρωτοχρονιάς πήγαιναν σε χαλικούρες ποταμών και μάζευαν χαλίκια που τα τοποθετούσαν στα κρεβάτια τους για το καλό της υγείας τους.

Αξημέρωτα ακόμη της πρωτοχρονιάς πήγαιναν στα ποταμάκια και έφερναν (καθαρό – τρεχούμενο) το αμίλητο νερό. Κατά τη πρωτοχρονιά έδιναν μεγάλη σημασία για το καλό του χρόνου και στο ποδαρικό. Θέλανε να είναι γουρλής εκείνος που θα πατούσε πρώτος το κατώφλι τους. Πολλοί από τη παραμονή το βράδυ ειδοποιούσαν να έρθει το πρωί στο σπίτι ένα παιδί με ζωντανούς τους γονείς του για να τους κάνει ποδαρικό.

Στη τσέπη του το παιδί είχε ξεδιαλεγμένα σπόρια σιτάρι ή κριθάρι και τα πέταγε μπροστά στο εικονοστάσι του σπιτιού για να εξασφαλιστεί αφθονία καρπών για το χρόνο. Αποβραδίς, κρεμούσαν στο κατώφλι του σπιτιού ένα ρόδι για να είναι το σπίτι γεμάτο αγαθά όπως το ρόδι είναι γεμάτο σπόρια. Ακόμη κρεμούσαν μια πλεξούδα κρεμμύδια για να εξασφαλιστεί η υγεία και η δύναμη των νοικοκυραίων. Την παραμονή πάλι ζύμωναν τη βασιλόπιτα με το φλουρί. Όσοι δεν είχαν χρυσό φλουρί έβαζαν ένα απλό κέρμα από τη «μονέδα» που περνούσε ή ένα σκέτο φύλλο κάποιου δέντρου ή ξυλαράκι από κλήμα ή μια κοκόσια (μικρό καρύδι).

Επίσης η νοικοκυρά έκοβε με ένα μικρό τσεκούρι στο κατώφλι της πόρτας το κεφάλι του «βασιλίτη». Ο βασιλίτης ήταν ο πιο καλοθρεμμένος κόκορας, του σπιτιού για την πρωτοχρονιά. Η νοικοκυρά παρατηρούσε το αίμα του και καταλάβαινε πως θα πάει η χρονιά. Πριν πήξει το αίμα του κόκορα έφτιαχνε σταυρό στο μέτωπο των παιδιών και στο ανώφλι της πόρτας. 

ΠΗΓΗ : http://meropitopik.blogspot.gr

 




Οι άνθρωποι της πρώιμης μεσαιωνικής Ελλάδας

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω άρθρο που δημοσίευσε η αντιεθνικιστική κίνηση στο blog της και κρίνουμε ότι παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, ανεξαρτήτου ιδεολογικής τοποθέτησης. Το άρθρο ασχολείται με τους ανθρώπους της μεσαιωνικής Ελλάδας, τη συνείδησή τους, την κουλτούρα, τη γλώσσα τους κλπ.

“Αν και το ζήτημα της εθνικής καταγωγής των Νεοελλήνων, μετά την κυκλοφορία των σχετικών με αυτό βιβλίων του Φαλμεράυερ, έχει οδηγήσει σε πολλές χιλιάδες σελίδες γραμμένες από εθνικιστές συγγραφείς (με πρώτον τον Παπαρρηγόπουλο), που προσπαθούν να μας πείσουν ότι υπήρχε ελληνικό έθνος στην αρχαιότητα που συνέχισε να υπάρχει και επί Ρωμαϊκής και Βυζαντινής αυτοκρατορίας, λίγες είναι οι σελίδες από τολμηρούς συγγραφείς, όπως ο Γιώργος Νακρατζάς, ο Δημήτρης Λιθοξόοου και ο Γιάννης Λάζαρης, οι οποίοι αντικρούουν τον επίσημο, και δυστυχώς κυρίαρχο, εθνικό μύθο. 

Γι’ αυτό και είναι πάντα ιδιαίτερα χρήσιμες οι σελίδες που, όπως οι παρακάτω που μεταφράσαμε, ενισχύουν τις γνώσεις μας για τους παλαιότερους κατοίκους αυτής της χώρας και επιβεβαιώνουν την ανυπαρξία εθνικής συνείδησης πριν την δημιουργία του ελληνικού κράτους και ιδιαίτερα κατά τον πρώιμο μεσαίωνα.

 Οι σελίδες αυτές αποτελούν τα συμπεράσματα του βιβλίου του αμερικανορουμάνου καθηγητή της ιστορίας Φλορίν Κούρτα, το οποίο πραγματεύεται την «Ιστορία των Ελλήνων από το 500 μ.Χ. ως το 1050 μ.Χ», και το οποίο εκδόθηκε από το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, στα πλαίσια μιας σειράς βιβλίων που πραγματεύονται την ιστορία των Ελλήνων από την αρχαία εποχή ως σήμερα.

 Από αυτές προκύπτει ότι κατά τον πρώιμο μεσαίωνα, οι κάτοικοι αυτής της χώρας δεν θεωρούσαν ότι αποτελούν ελληνικό έθνος και, όσοι δεν είχαν εγκατασταθεί σε αυτήν την χώρα κατά την διάρκεια ή μετά τις μεγάλες βαρβαρικές επιδρομές που οδήγησαν στην διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Δύση και τον περιορισμό της στην Ανατολή, δηλ. ήταν ντόπιοι, θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους. 

Και ας είχαν για γλώσσα τους τα Ελληνικά, αφού αυτά ήταν η γλώσσα του ανατολικού μέρους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και όχι μόνο της χώρας που είχαν κατοικήσει οι αρχαίοι  Έλληνες, όπως σήμερα για το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής, η επικρατούσα γλώσσα είναι τα Αγγλικά και για το μικρότερο τα Γαλλικά.  Η γλώσσα δηλ. δεν αποτελούσε ελληνικό εθνικό χαρακτηριστικό.

Επίσης, από το βιβλίο του Φλορίν Κούρτα μαθαίνουμε ότι ο χαρακτηρισμός Σλάβοι, ή οι παρεμφερείς χαρακτηρισμοί, όπως ο χαρακτηρισμός Σκλαβηνοί, είναι δημιούργημα των Βυζαντινών συγγραφέων και ουδέποτε οι διάφορες φυλές που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά τον πρώιμο μεσαίωνα- και μιλούσαν άλλες γλώσσες μέχρι να επικρατήσουν και σε αυτές τα Ελληνικά, όπως επικρατήσανε στους Αφρικανούς τα Αγγλικά και τα Γαλλικά- είχαν εθνική Σλαβική συνείδηση ή αναγνώριζαν τον εαυτό τους σαν Σλάβους.

Τέλος, η παρουσία τέτοιων φυλών, οι οποίες, από τον 6ο μέχρι τον 8ο αιώνα, κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην (σημερινή) ελληνική ύπαιθρο, αποδεικνύεται, εκτός από τις αναφορές των Βυζαντινών συγγραφέων σε αυτές, ακόμα και από αρκετά αρχαιολογικά ευρήματα, για τα οποία υπάρχουν εκτενείς αναφορές στο βιβλίο του Κούρτα. Κατά συνέπεια, η υποβάθμιση της παρουσίας των φυλών αυτών στον τόπο που αργότερα περιέλαβε το νέο ελληνικό κράτος, στην οποία επιδόθηκαν και επιδίδονται συστηματικά οι εθνικιστές συγγραφείς, είναι επιστημονικά αστήρικτη “.

Περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε στο αναλυτικό άρθρο της Α.Κ. που ακολουθεί παρακάτω

http://antiethnikistiki.blogspot.gr/2017/06/blog-post.html




Η προέλευση των Κρητικών ονομάτων

Για την καταγωγή των σημερινών κρητικών οι απόψεις διίστανται. Ξένοι επιστήμονες όπως ο αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς και ο Εβραίος Γκόρντον, ισχυρίζονται πως οι Κρητικοί κατάγονται από Αιγύπτιους, Άραβες ή Βερβερίνους. Αντίθετα Έλληνες επιστήμονες όπως ο Γεώργιος Σταματογιαννόπουλος και ο  Άρης Πουλιανός μιλούν για συνέχεια από τους αρχαίους Έλληνες…

 

-ΑΚΗΣ…Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΑΥΤΩΝ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ !
Εμείς εδώ δεν θα λύσουμε αυτή τη διαφωνία, αλλά θα ασχοληθούμε με την προέλευση των Κρητικών ονομάτων, με τη βοήθεια του εξειδικευμένου site 
“Τα εις -άκης είναι τα παλαιότερα από τα επώνυμα με τις τυπικές μανιάτικες καταλήξεις. Τα συναντάμε ήδη σε διάφορα έγγραφα που έχουν φτάσει ως εμάς και χρονολογούνται απ’ το 1600 και εξής. Τα ανωτέρω επώνυμα είχαν αρχικώς υποκοριστική σημασία, που αργότερα εξελίχθηκε σε πατρωνυμική.
 
Ο σχηματισμός τους έπαψε, καθώς φαίνεται, οριστικά γύρω στα 1800, οπότε τα επώνυμα αυτά αντικαταστάθηκαν από εκείνα που έχουν καταλήξεις -έας και -άκος, τα γνωστά τυπικά μανιάτικα. Τα επώνυμα με τις καταλήξεις σε -άκης διατηρούνται μέχρι τελευταία στη μανιάτικη αποικία της Κορσικής, γιατί η ιστορική μοίρα των Μανιατών αυτών υπήρξε διαφορετική.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι τα επώνυμα σε -άκης επιχωριάζουν σήμερα κυρίως στην Κρήτη. Αυτός είναι ένας λόγος, που μερικοί Μανιάτες, όχι λόγιοι ασφαλώς, πιστεύουν ότι όσοι έχουν τέτοια επώνυμα, κατάγονται από το ανωτέρω νησί.
Φαίνεται ότι πολλοί οδηγήθηκαν σ’ αυτή την εσφαλμένη αντίληψη, επειδή τα ονόματα αυτά έπαψαν να σχηματίζονται κατά τη νεώτερη περίοδο. Άλλος λόγος που προκαλεί τη σύγχυση είναι ότι και οι Μανιάτες παλαιότερα φορούσαν βράκες.
Οπωσδήποτε πρέπει να εγκαταστάθηκαν Κρητικοί στη Μάνη καθώς και Μανιάτες στην Κρήτη, αλλά υστερότερα, ιδιαίτερα στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως τα 1669 (υποταγή της Κρήτης στους Τούρκους), καθώς και στα 1715 (ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους) και 1770 (μετά τα Ορλωφικά).Συνεπως, τα επώνυμα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τα παλαιότερα μανιάτικα, που υπήρχαν, όπως είδαμε, πριν από το 1600.
Συνάγεται, εξάλλου, με βάση τη μελέτη των παλαιότερων κρητικών εγγράφων, ότι ονόματα σε -άκης ουσιαστικά δεν συναντώνται στην Κρήτη πριν από το 1700. Απ’ αυτό πρέπει να δεχτούμε ότι είναι πιθανότερη η μανιάτικη επίδραση στο σχηματισμό των κρητικών επωνύμων.Ο λόγος της υπάρξεως των ανωτέρω επωνύμων στη Μάνη οφείλεται στο γεγονός ότι προέρχονται από ένα παλαιό βυζαντινό πολιτιστικό στρώμα.
Τα παλαιότερα αυτά ονόματα είχαν αρχική κατάληξη σε -άκιος (πρβλ. Σταυράκιος, Ισαάκιος), που μετέπεσε σε -άκης. Αυτά διατηρήθηκαν στην Κρήτη, ενώ στη Μάνη μετά το 1800 αντικαταστάθηκαν από τα επώνυμα σε -έας και -άκος. Όπως ήδη αναφέραμε, τα επώνυμα σε -άκης είναι τα παλαιότερα.
Τα επώνυμα σε -άκης δεν συναντώνται σε μιαν ορισμένη περιοχή της Μάνης, αλλά σε όλη την έκτασή της.”
ΠΗΓΗ: http://greeksurnames.blogspot.gr/



Μια γνωριμία με τη Μάνη !

H Μάνη (Μεσσηνιακή και Λακωνική) είναι, κατά κάποιο τρόπο, ακόμα και σήμερα σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη και όχι ευρέως γνωστή. Αξίζει λοιπόν να προβάλλουμε επιγραμματικά κάποια μέρη και ομορφιές και της Μεσσηνιακής και της Λακωνικής Μάνης. Αυτό θα το κάνουμε με τη βοήθεια του site www.exploremani.gr που εξειδικεύεται στην περιοχή.
Εδώ θα διαβάσετε λεπτομέρειες και άγνωστες πληροφορίες (ιστορικές και τουριστικές) για αρκετά μέρη και αξιοθέατα και θα βρείτε ακόμα και τηλέφωνα και ώρες λειτουργίας. 
 
Ας περάσουμε λοιπόν να τα δούμε αναλυτικά…
Σπήλαια Διρού και το Νεολιθικό Μουσείο

Χαρακτηρίζεται ως το ωραιότερο λιμναίο σπήλαιο του κόσμου. Αποτελείται από τρία σπήλαια: την Αλεπότρυπα, το Καταφύγγι και τη Βλυχάδα που είναι επισκέψιμο.

Εξερευνήθηκαν πρώτη φορά το 1950 από το ζεύγος σπηλαιολόγων Πετρόχειλου. Η θερμοκρασία στο εσωτερικό χώρο κυμαίνεται από 16-20ο C και στο νερό 12ο C. Η επίσκεψη του γίνεται με μικρές βάρκες και τον βαρκάρη να σας ξεναγεί στην ιστορία του σπηλαίου. Το μήκος της τουριστικής διαδρομής είναι 1.200 μέτρα λιμναία και 300 μέτρα χερσαία, ενώ η διάρκεια επίσκεψης είναι 20′ -25′ λεπτά με την βάρκα και άλλα 5′-10′ με τα πόδια.


Στο Νεολιθικό Μουσείο, που βρίσκεται πλησίον του σπηλαίου, εκτίθενται ανεκτίμητα σε ιστορική αξία ευρήματα των παλαιλιθικών χρόνων.
Τα σπήλαια Διρού και το Νεολιθικό Μουσείο είναι ένας από τους σημαντικότερους πόλους έλξης  των επισκεπτών στη Μάνη.

Πληροφορίες:Σπήλαια Διρού
Ώρες λειτουργίας: 08:30-17:30
Τηλέφωνο: (+30) 27330 52222–3Νεολιθικό Μουσείο ΔιρούΏρες λειτουργίας: 08:30-15:00, Δευτέρα κλειστάΤηλέφωνο: (+30) 27330 52233

Ακρωτήριο Ταίναρο (Κάβο Ματαπάς)

Εδώ υπήρχε σύμφωνα με τον Παυσανία ο ναός του Ταινάριου Ποσειδώνα, ο οποίος λατρευόταν ιδιαίτερα από τους Λάκωνες και αποτέλεσε κέντρο του “Κοινού των Ελευθερολακώνων”.
Είναι πολύ πιθανό ο ναός του Ποσειδώνα να βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το εκκλησάκι του Ασωμάτου, το οποίο για να χτιστεί χρησιμοποιήθηκαν υλικά από τον αρχαίο ναό. Σε μικρό και απομονωμένο σπήλαιο του Ταινάρου αναφέρεται η ύπαρξη νεκρομαντείου του Ποσειδώνα ή Ψυχοπομπείου τόσο από τον Παυσανία, όσο και από τον Πλούταρχο.
Εκεί λέγετε πως υπήρχαν οι Πύλες του ‘Αδη. Αφήστε το αυτοκίνητο σας και ακολουθήστε το μονοπάτι που οδηγεί στο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ευρώπης, στον Φάρο του Ταινάρου. Η διαδρομή διαρκεί 20-30 λεπτά αλλά μόλις φτάσετε θα σας ανταμείψει με την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας.

Ο Φάρος του Ταινάρου χτίστηκε το 1882 από Γάλλους, ανακαινίστηκε το 1950 και συνεχίζει έως σήμερα ακάθεκτος να παρέχει τις υπηρεσίες του στους ναυτικούς.
Βάθεια
Ίσως ο πιο εντυπωσιακός και γραφικός οικισμός της Μάνης, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο Παρθενώνας της Μανιάτικης αρχιτεκτονικής.
Διαθέτει πολυάριθμους καλοδιατηρημένους πύργους σε οχυρωματική διάταξη, οι οποίοι είχαν ανακαινιστεί από τον ΕΟΤ την δεκαετία του 80 και λειτούργησαν ένα διάστημα ως ξενώνες.
Στην Βάθεια υπάρχουν πολλές εκκλησίες που οικοδομήθηκαν με υλικά από την αρχαία πόλη Καινήπολις που βρισκόταν στην γύρω περιοχή.

Αρεόπολη (Τσίμοβα)

Η Αρεόπολη λέγεται πως ήταν αφιερωμένη στον Άρη, το Θεό του πολέμου(πόλη του Άρη). Μια βόλτα στο ιστορικό κέντρο και στα στενά σοκάκια της θα ανταμείψει τον επισκέπτη.
Να επισκεφθείτε την όμορφη εκκλησία ων Παμμεγίστων Ταξιαρχών με το μεγάλο καμπαναριό και την λιθόστρωτη πλατεία (17ης Μαρτίου 1821) , στην οποία στις 17 Μαρτίου του 1821 έγινε η ορκωμοσία των Μανιατών δίνοντας το έναυσμα της επανάστασης.
Στην κεντρική πλατεία της Αρεόπολης, την Πλατεία των Αθανάτων, υπάρχει ο ανδριάντας του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.
Λιμένι και Πύργος Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Μια βόλτα στο ιστορικό και συνάμα γραφικό λιμανάκι του Λιμενιού θα σας προσφέρει στιγμές χαλάρωσης και ηρεμίας. Στο Λιμένι δεσπόζει ο Πύργος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, κτιριακό συγκρότημα ανεκτίμητης αξίας, που ανήκε στον γνωστό αρχηγό-μπέη της Μάνης που πρωταγωνίστησε στην επανάσταση του 1821.
Ο πύργος αποτέλεσε το στρατηγείο των Μανιατών στην επανάσταση και σήμερα προορίζεται για το Μουσείο Μέσα Μάνης. Επισκεφτείτε ακόμα για φωτογραφίες τον ερειπωμένο Ναό της Παναγιάς της Βρεττής που βρίσκεται στην κάτω είσοδο του χωριού.
Μονή Ντεκούλου ή Δεκούλου
Επισκεφτείτε την μοναδική Μονή Ντεκούλου του 16ου αιώνα με την τρισυπόστατη εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, του Αγίου Νικολάου και Παντελεήμονος που βρίσκεται εντός της Μονής.
Στην εκκλησία θα δείτε σπάνιες αγιογραφίες που απεικονίζουν μεταξύ άλλων τον Παντοκράτορα περιτριγυρισμένο από το ζωδιακό κύκλο. Το 1770 υπογράφηκε εδώ μεταξύ του Θεόδωρου Ορλώφ, της οικογενείας Μαυρομιχάλη και των υπόλοιπων Μανιατών η συμφωνία με την οποία ξεκίνησε η επανάσταση του 1770 κατά των Τούρκων, γνωστή ως Ορλωφικά.
Κάστρο Κελεφάς
Tο Κάστρο της Κελεφάς, κτίστηκε το 1670 από Τούρκους με τη συνεργασία του Μανιάτη πειρατή Λυμπεράκη Γερακάρη. Σήμερα διασώζονται τμήματα των εξωτερικών τειχών, δύο πύργοι και κάποια χαλάσματα από κτίσματα στο εσωτερικό του. Το Κάστρο της Κελεφάς δεσπόζει σε ολόκληρη την περιοχή του όρμου του Οιτύλου. Αξίζει μια επίσκεψη για να απολαύσετε την υπέροχη θέα.
Γύθειο και Νησίδα Κρανάη
Ξεναγηθείτε στο Γύθειο με το γραφικό λιμάνι, την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική με τα υπέροχα διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά του και το αμφιθεατρικό χτίσιμο της πόλης που σε παραπέμπει σε νησί.
Στη νησίδα Κρανάη, σύμφωνα με την παράδοση, διανυκτέρευσε ο Πάρης με την Ωραία Ελένη πριν από το ταξίδι τους για την Τροία. Στη νησίδα βρίσκεται ο επιβλητικός πύργος του Τζανετάκη – Γρηγοράκη που χτίστηκε το 1829 από τον ομώνυμο στρατηγό της επανάστασης, πλέον έχει αναστηλωθεί και λειτουργεί ως λαογραφικό μουσείο της Μάνης.
Στούπα
Ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Μεσσηνιακής Μάνης. Εδώ ο Νίκος Καζαντζάκης εμπνεύστηκε και έγραψε το βίο του Αλέξη Ζορμπά. Στη θέση των αρχαίων Λεύκτρων θα δείτε τα ερείπια του φράγκικου κάστρου.
Οι όμορφες παραλίες της Στούπας και της Καλόγριας προσελκύουν πλήθος κόσμου του καλοκαιρινούς μήνες.
Καρδαμύλη
Μαγευτικός πετρόκτιστος οικισμός με μεγάλη ιστορία. Την αναφέρει ο Όμηρος μεταξύ των πόλεων που είχε υποσχεθεί να χαρίσει ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα αν παντρευόταν μια από τις κόρες του, την Ιφιάνασσα, τη Λαοδίκη ή τη Χρυσόθεμη.
Η Καρδαμύλη έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την προετοιμασία της επανάστασης του 1821. Σήμερα μπορείτε να περπατήστε στα σοκάκια και να θαυμάσετε τους ιστορικούς Πύργους και Πυργόσπιτα της. Εάν είστε λάτρης της πεζοπορίας μπορείτε να κάνετε μια εξόρμηση στο φαράγγι του Βυρού, με μήκος περίπου 20 χλμ., σε μια διαδρομή εντυπωσιακή μέσα από άγρια τοπία και πλούσια βλάστηση.
Μην χάσετε την μεγαλοπρεπή βυζαντινή εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα , τους τάφους των Διόσκουρων που είναι λαξεμένοι σε βράχο κοντά στο φαράγγι του Βυρού και τα ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου.
ΠΗΓΗ:  http://www.exploremani.gr



H εθνική επιχείρηση εξελληνισμού τοπωνυμίων

ΣΤΗ ΦΩΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΑΛΑΙΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ

 

ΠΡΙΝ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ ΠΑΛΑΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΑΜΕ ΑΡΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΗΣΟ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΠΡΟΣΕΛΚΥΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ.

ΩΣΤΟΣΟ ΑΞΙΖΕΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ-ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ-ΠΡΟΕΚΥΨΑΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ.

ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΠΟ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ (ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ) ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΘΟΞΟΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΔΙΚΕΥΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΛΙΓΟΙ ΤΑ ΑΓΓΙΖΟΥΝ ! ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ…

 

” Κάποιος που θα ανοίξει ένα χάρτη της Ελλάδας κλίμακας 1: 500.000, εκτός από τα ονόματα των οικισμών (χωριών και πόλεων), θα διαβάσει τα ονόματα βουνών, ποταμών, λιμνών, θαλασσών, νησιών, κόλπων και ακρωτηρίων. Αυτά είναι τα πιο γνωστά, τα “μεγάλα” τοπωνύμια.

Αν πάρει στα χέρια του ένα χάρτη 1: 50.000, θα μπορέσει επίσης να δει, τα ονόματα που έχουν οι βρύσες, τα ρέματα, οι βουνοκορφές, οι ράχες, οι λάκκες, οι κάμποι, οι λόγγοι, τα κάστρα, τα μοναστήρια, τα ξωκλήσια, οι όρμοι και οι παραλίες. Όλα αυτά θεωρούνται μικροτοπωνύμια.

Τέλος, αν ξεφυλλίσει ένα βιβλίο συλλογής μικροτοπωνυμίων μιας περιοχής, θα βρει επιπλέον ονόματα για χώματα, αμμούδες, πέτρες, βράχια, μάρμαρα, γκρεμούς, λαγκάδια, διάσελα, γούβες, πλεύρες, στενά, σπηλιές, βάλτους, καταβόθρες, φωλιές, τρύπες, λιβάδια, δέντρα, αμπέλια, χωράφια, καλύβια, αχούρια, μαντριά, αλώνια, περιβόλια, αυλάκια, κανάλια, γεφύρια, στέρνες, πηγάδια, λουτρά, πύργους, βίγλες, καμίνια, μύλους, χάνια, μνήματα, χαλάσματα, ρούγες, στράτες, διβάρια και άλλα πολλά.

Εάν υπολογίσουμε ότι σε κάθε έναν από τους 13.180 οικισμούς της χώρας (απογραφή 2001), αναλογούν από 50 έως 100 μικροτοπωνύμια, γίνεται φανερό ότι ο τοπωνυμικός θησαυρός της Ελλάδας, αριθμεί περίπου ένα εκατομμύριο λέξεις. Πρόκειται βέβαια για έναν καλά κρυμμένο θησαυρό, που όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, το ελληνικό κράτος δεν επιθυμεί την ανακάλυψή του…                                                                                                                                                                                                                                                                        …Η σημασία ενός τοπωνυμίου, την εποχή της ονοματοδοσίας, είναι απολύτως κατανοητή, καθώς το τοπωνύμιο παίρνει το όνομα από την ομιλούμενη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής που βρίσκεται…

…Όσο το όνομα του τοπωνυμίου αποτελεί και λέξη (ή λέξεις) του καθημερινού λεξιλογίου, της ζωντανής γλώσσας, οι υπάρχουσες γενιές κατανοούν και τη σημασία του. Από ένα σημείο και μετά όμως, το τοπωνύμιο μπορεί να χρησιμοποιείται, δίχως αυτοί που το αναφέρουν να καταλαβαίνουν πια τι εννοεί. Γίνεται έτσι ένα “παράξενο” όνομα, μια άγνωστη λέξη, που όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν, συχνά με φωνητική αλλοίωση, για να δηλώσουν τον ίδιο τόπο που δήλωναν και οι πρόγονοί τους…

…Αντλώντας παραδείγματα από το τοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου [Georgacas – McDonald 1968, σ. 114, 116, 126, 128, 163, 200, 238], βλέπουμε ότι οι κάτοικοι δέκα χωριών της περιοχής ονομάζουν “Οβορό”, δέκα αντίστοιχες τοποθεσίες, κατανοώντας και την, άγνωστη για τους περισσότερους Ρωμιούς, σημασία της λέξης, που είναι ο στάβλος, η στάνη, το μαντρί.

Όμως το τοπωνύμιο “Ποτόκι”, που συναντάτε σαν όνομα ρεμάτων, σε εννέα χωριά της ίδιας περιοχής, είναι τόσο για τους ντόπιους, όσο και για όλους τους Ρωμιούς μια άγνωστη λέξη.

Στη μία περίπτωση, το τοπωνύμιο “Οβορός”, είναι η λέξη “Obor” των νότιων σλαβικών γλωσσών, που σημαίνει το στάβλο, στην άλλη δε, το τοπωνύμιο “Ποτόκι” είναι η λέξη “Potok”, κοινή σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, που σημαίνει το ρέμα, το χείμαρρο.

Μελετώντας το τοπωνυμικό αυτής της περιοχής, θα δούμε ότι χρησιμοποιούνται και άλλες σλαβικές λέξεις ως τοπωνύμια, όπως η “Γλίνα / Glina” (8 φορές) για τα αργιλώδη εδάφη, ο “Βιρός / Vir” (10 φορές) για τα βαθιά μέρη του ποταμού, η “Κορίτα / Korito” (24 φορές) για τις ποτίστρες των ζώων, η “Μουτσ(ι)άρα / Močur ή Močvara” (14 φορές) για τα στάσιμα ύδατα, η “Γρανίτσα / Granica” (15 φορές) για το όριο, το σύνορο.

Αν προχωρήσουμε την έρευνα για κάθε τοπωνύμιο χωριστά, θα δούμε για παράδειγμα, ότι με το όνομα “Γρανίτσα” υπάρχουν δύο οικισμοί στην Ελλάδα (στους νομούς Ευρυτανίας και Ιωαννίνων) και τέσσερα μετονομασμένα χωριά: Ανθόφυτον Αιτωλοακαρνανίας, Διακόπιον Φωκίδος, Λαφύστιον Βοιωτίας και Νυμφασία Αρκαδίας. Ψάχνοντας δε σε ένα γεωγραφικό λεξικό της Ευρώπης, θα βρούμε με το όνομα “Granica ή Granitsa”, τρία τοπωνύμια στη Βοσνία, ένα στη Βουλγαρία, ένα στην Κροατία, δέκα στην Πολωνία, ένα στη Ρωσία, ένα στην Ουκρανία και δεκαεπτά στη Γιουγκοσλαβία. Παρόμοιες αντιστοιχίες θα βρίσκαμε και για τα άλλα σλαβικά τοπωνύμια.

Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σλαβική γλώσσα, ήταν κάποτε γλώσσα μεγάλου τμήματος του πληθυσμού της εξεταζόμενης περιοχής, αλλά και άλλων περιοχών της χώρας.

Στο ίδιο συμπέρασμα, έφτασε και ο Φαλμεράυερ, έχοντας μάλιστα στη διάθεσή του, κυρίως ονόματα οικισμών και όχι κάποιο πλουσιότερο υλικό μικροτοπωνυμίων….Η επιχείρηση εξελληνισμού, δεν αφορούσε βέβαια μόνο τα σλάβικα τοπωνύμια, γιατί στη χώρα υπήρχαν ακόμη, χιλιάδες τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα, βενετσιάνικα λατινικά ή και άλλα αρχαιότερα (υπολείμματα ενός προελληνικού, βαλκανικού υποστρώματος)….

Η διοίκηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, εκδήλωσε από την αρχή της συγκρότησής της, την αρχαιολατρία της, όταν στους πρώτους νόμους για τη διοικητική διαίρεση της χώρας, άρχισε να δανείζεται ονόματα από την ελληνική αρχαιότητα για να ονομάσει τις περιφέρειες, τους νομούς, τις επαρχίες, τους δήμους και τους οικισμούς, παραβλέποντας τις παλιές ιστορικές ονομασίες.

Πολύ γρήγορα το όνομα Μοριάς αντικαταστάθηκε από την Πελοπόννησο, η Ρούμελη από τη Στερεά, ο Έγριπος από την Εύβοια.

Στο πρώτο διάταγμα της 3ης Απριλίου 1833 “Περί της διαιρέσεως του βασιλείου και της διοικήσεώς του” [Χουλιαράκης 1973, σ. 97 – 99], αντί για Καρλέλι, Ζυγό, Βλοχό, Βενέτικο, Βλαχοχώρια, Δερβενοχώρια, Κράβαρα, Απόκουρο, Λεπάντο, Βοδονίτσα, Νεγκρεπόντε, βρίσκουμε   στη Ρούμελη: Αιτωλία, Ακαρνανία, Φωκίδα, Λοκρίδα, Βοιωτία, Αττική και Εύβοια.

Στο Μοριά, εξαφανίζονται οι περιοχές Ιμπλάκικα, Κάτω Ναχαγιέ, Νεζερά, Χάσια, Λιβάρτζι, Κατσάνες, Κοντοβούνια, Λιοδώρα, Πέρα Μεριά, Σαμπάζικα, Λάκκοι, Κάμποι, Σαμπάζικα, Κουνουποχώρια, Ολυμποχώρια, Βρουστοχώρια, Οπισινά Χωριά, Βαρδουνοχώρια, Τρίγωνα, Κολοκύθια, Λάγια, Μαλέβρι, Φωκάς, Ζυγός [Σακελαρίου, 1978, σ. 99 – 113]. Στη θέση τους εμφανίζονται τα ονόματα Αχαΐα, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία, Τριφυλία, Μεγαλόπολη, Μαντινεία, Γορτυνία, Κυνουρία, Λακεδαίμονα και άλλα.

Με αλλαγμένα ονόματα βρίσκουμε τα νησιά: Κούλουρη (Σαλαμίνα), Θερμιά (Κύθνος), Τζια (Κέα), Αρζαντιέρα (Κίμωλος), Πολύκαντρος (Φολέγανδρος), Σαντορίνη (Θήρα), Ναφιό (Ανάφη), Αξιά (Νάξος).

Έχουμε επίσης και τις πρώτες μετονομασίες οικισμών: Σπέτσες Τιπάρηνος), Βοστίτσα (Αίγιον), Καλάβρυτα (Κίναιθα), Πύργος (Πύλος Τριφυλιακή), Φανάρι (Παρρασία),  Αρκαδιά (Κυπαρισσία), Νεόκαστρο (Πύλος), Καλαμάτα (Καλάμαι),  Τριπολιτσά (Τρίπολις), Καρύταινα (Γόρτυνα), Πραστός (Πρασιαί), Μιστράς (Σπάρτη), Μονεμβασία (Επίδαυρος Λιμηρά), Μαραθονήσι (Γύθειον), Βάτουλο (Οίτυλος), Δραγαμέστο (Αστακός), Βραχώρι (Αγρίνιον), Καρπενήσι (Καλλιδρόμη), Ζητούνι (Λαμία), Ταλάντι (Αταλάντη) και Σάλωνα (Άμφισσα). Η μετονομασία των τοπωνυμίων, πριν γίνει επίσημη πολιτική του ελληνικού κράτους, συνεχίζει με μικρά βήματα…

…Μέχρι το 1909, μετονομάζονται άλλοι 23 οικισμοί. Και τότε γίνεται η μεγάλη τομή. Αποφασίζεται η οργανωμένη εθνική επιχείρηση για τον εξελληνισμό των ονομάτων των οικισμών, με το διάταγμα “περί συστάσεως επιτροπείας προς μελέτην των τοπωνυμίων της Ελλάδος και εξακρίβωσιν του ιστορικού λόγου αυτών” [Χουλιαράκης 1973, σ. 208].

Στην εισηγητική έκθεση του υπουργού Εσωτερικών Ν. Λεβίδη, εξηγούνται οι λόγοι που επέβαλαν την απόφαση του εξελληνισμού: “Τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν αίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας, συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνιμα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν της εθνικής συστάσεως του πληθυσμού των χωρίων εκείνων, ων τα ξενικά ονόματα ηδύνατο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν”.

Τα πρώτα διορισμένα μέλη της επιτροπής είναι γνωστοί εθνικά έλληνες λόγιοι. Πρόεδρος αναλαμβάνει ο πατέρας της λαογραφίας στην Ελλάδα Νικόλαος Πολίτης και μέλη άνδρες που ήταν (ή θα γίνουν) καθηγητές πανεπιστημίου και ακαδημαϊκοί: οι ιστορικοί Σπυρίδων Λάμπρος, Σωκράτης Κουγέας, Νικόλαος Βέης, Κωνσταντίνος Άμαντος και Δημήτρης Καμπούρογλου….Ό,τι δηλαδή θα αποκαλούσαμε, βαρύ πυροβολικό του ελληνικού εθνικισμού.

Στην αρχή η επιτροπή φαίνεται πως αναλώθηκε σε συζητήσεις, γιατί μεταξύ 1910 και 1914, έχουμε μόνο εννέα μετονομασίες. Το 1915, με 61 μετονομασίες θεωρείται καλή χρονιά. Μεταξύ 1916 και 1919 σημειώνονται άλλες 65 μετονομασίες. Η χαμηλή παραγωγικότητα της επιτροπής, ωθεί την κυβέρνηση να υποχρεώσει την επιτροπή, να προχωρήσει σε αναγκαστική συνεργασία με τους δασκάλους όλης της χώρας, προκειμένου να προχωρήσει ο εξελληνισμός.

Η επιτάχυνση των διαδικασιών επιβάλλεται, λόγω και της ενσωμάτωσης των νέων επαρχιών, με τα χιλιάδες νέα “βάρβαρα” τοπωνύμια. Στις 10 Οκτωβρίου 1919, η επιτροπή, με εγκύκλιο επιστολή, ανακοινώνει στους εκπαιδευτικούς τη νέα απόφαση:

“Η επί των τοπωνυμιών της Ελλάδος Επιτροπεία, της οποίας έργον κυριώτατον είναι η εκβολή όλων των τουρκοφώνων ονομάτων των συνοικισμών και κοινοτήτων, τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος, παρέχουσι δε και αφορμήν εις δυσμενή δια το ελληνικό έθνος εθνολογικά συμπεράσματα, τα οποία οι αντίπαλοι λαοί μεταχειρίζονται εναντίον ημών, απεφάσισε κατ’ εντολήν του Υπουργείου των Εσωτερικών όπως εντείνει τας προσπαθείας της δια την αντικατάστασιν των ξενοφώνων ονομάτων δι’ ελληνοφώνων.

Αλλ’ η εκλογή του νέου ονόματος δεν είναι καθόλου εύκολος. Απαιτείται γνώσις ακριβής του τόπου, την οποίαν, τα μέλη της Επιτροπείας, ζώντα εν Αθήναις δεν έχουσι. Δια τούτο η Επιτροπεία απεφάσισε να αποταθή εις τους κατά τόπους κυριωτάτους αντιπροσώπους του πνευματικού βίου της Ελλάδος, τους δημοδιδασκάλους” [Χουλιαράκης  1973, σ. 209].

Το νέο σχήμα της εθνικής επιχείρησης μετονομασιών, υπήρξε στην αρχή συγκρατημένο…. Μεταξύ 1920 και 1925, ανακοινώνονται μόνο 61 νέες μετονομασίες. Η αλλαγή των ονομάτων 500 περίπου οικισμών της Θράκης, περνάει “λάθρα”, μέσα από  την απογραφή του 1920 [Λεξικόν 1923].

Μόλις ωστόσο το τοπίο ξεκαθαρίζει, το ελληνικό κράτος διατάζει την επιτροπή να αλλάξει το χάρτη της χώρας με συνοπτικές διαδικασίες. Με το διάταγμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1926, επιτρέπεται “ίνα μεταβληθώσι ξενόφωνα ή κακόηχα ονόματα συνοικισμών, πόλεων ή κωμών”.

Σε κάθε νομαρχία, συγκροτείται υποεπιτροπή μετονομασιών υπό την προεδρία του νομάρχη. Εκτός των εκπαιδευτικών, συνιστάται  η συμμετοχή σε αυτή “δημοσίων υπαλλήλων και εντοπίων προσώπων, δυναμένων να συντελέσωσιν εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν”. Μετά τη μετονομασία, “απαγορεύεται απολύτως η χρήσις των παλαιών ονομάτων”. Η παράβαση της απαγόρευσης, “αποτελεί πταισματικήν παράβασιν τιμωρουμένην με πρόστιμον μέχρις 100 δραχμών, ή με κράτησιν μέχρι 10 ημερών” [Χουλιαράκης 1975, σ. 344 – 345].

Το διάταγμα αυτό δίνει το σύνθημα. Μέχρι το 1928, μετονομάζονται 2.500 περίπου οικισμοί !

Μετά οι ρυθμοί πέφτουν. Μεταξύ 1929 – 1952 ακολουθούν 354 μετονομασίες. Τη πενταετία 1953 – 1957 σημειώνονται 760 και ανάμεσα 1958 και 1971 άλλες 326. Έκτοτε οι μετονομασίες των οικισμών γίνονται σπάνιες, καθώς δεν έχουν απομείνει και πολλά ξενόφωνα ονόματα για αλλαγή. Ο σκοπός έχει επιτευχθεί, τα μισά περίπου ονόματα των οικισμών άλλαξαν, η Ελλάδα έγινε αγνώριστη…

…Η Γεωγραφική Υπηρεσία, εξελλήνισε πολλά ονόματα στους χάρτες κλίμακας 1: 100.000 και 1: 50.000, χωρίς να προβεί σε δημόσια ανακοίνωση. Κυκλοφόρησε μάλιστα εμπιστευτικά σήματα προς χρήση των αξιωματικών, που συνόδευαν τους νέους χάρτες και σημείωναν τα παλιά και τα νέα ονόματα, ώστε να είναι δυνατή η χρήση τους και να αποφευχθούν ολέθρια σφάλματα, σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων…

Στην κατεύθυνση του εξελληνισμού των μικροτοπωνυμίων (θέσεων), κινήθηκε επίσης το υπουργείο Εσωτερικών από το 1962 και από την επαρχία Ξάνθης (ΦΕΚ 210 της 13/12) [Χουλιαράκης 1976, σ. 220]. Οι μαζικές μετονομασίες των μικροτοπωνυμίων, μέσω διαταγμάτων, αρχίζουν ωστόσο από το 1969 και συνεχίζονται τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα το υπουργείο Εσωτερικών εγκρίνει κάθε τόσο και κάποια μετονομασία “βαρβαρόφωνου” οικισμού, όπως εκείνη των “Νέων Λιοσίων” σε “Ίλιον”, το Σεπτέμβριο του 1994…

Το τελευταίο παράδειγμα, χαρακτηρίζει και την ποιότητα της σκέψης των σύγχρονων νονών. Με το να μετονομάζει μια χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια συνοικία της πρωτεύουσάς της, δίνοντάς της ένα αρχαιοπρεπές όνομα, για να ξορκίσει το γεγονός  της εκεί ύπαρξης Αρβανιτών, Τσιγγάνων και ρωσοφώνων προσφύγων, το μόνο που επιτυγχάνει επί της ουσίας, είναι να αποκαλύπτει, εκτός από κεκτημένη ταχύτητα, ενός προπατορικού αμαρτήματος, τη σημερινή ιδεολογική ένδεια και ανασφάλεια των ταγών της.

Όπως και να έχει, ακόμα και αν η ιστορία….επαναλαμβάνεται σαν κωμωδία πλέον, το τέλος αυτού του κεφαλαίου, δεν έχει ακόμα γραφτεί “.

 

ΠΗΓΗ: (πληρες κείμενο):  http://www.lithoksou.net/p/i-ethniki-epixeirisi-eksellinismoy-ton-toponymion-2005

 

 




Μετονομασίες χωριών στην Πελοπόννησο

Δεν είναι σε όλους τους Έλληνες γνωστό πως το Ελληνικό κράτος από τότε που ιδρύθηκε προχώρησε-και συνεχίζει μάλιστα ακόμα και σήμερα-σε μία εκτεταμένη επιχείρηση μετονομασίας χωριών αλλά και πόλεων. Ο λόγος είναι πως υπήρχε πλήθος τοπωνυμίων που δεν είχαν Ελληνική προέλευση (κυρίως Τούρκικα και Αλβανικά) ή άλλα που θεωρήθηκαν “μπανάλ” και αντικαταστάθηκαν από πιο προσιτά ή αρχαιοελληνικά κλπ.

Νομίζουμε λοιπόν πως αξίζει τον κόπο να κάνουμε μια αναδρομή και να γνωρίσουμε τα παλιά τοπωνύμια των χωριών της χώρας μας, κάνοντας αρχή από την Πελοπόννησο και αργότερα και άλλων περιοχών. Αυτό φυσικά μέσω της ιστοσελίδας του συγγραφέα Δημήτρη Λιθοξόου που έχει πραγματοποιήσει τέτοιες μελέτες. 

Έτσι μπορείτε να δείτε στη λίστα παρακάτω (με αλφαβητική σειρά) τα παλιά ονόματα των χωριών της Πελοποννήσου στην πρώτη στήλη και δίπλα τη σημερινή τους ονομασία, αλλά και το έτος μετονομασίας. 

1o μέρος: Α-Λ
 
http://www.lithoksou.net/p/metonomasies-ton-oikismon-tis-peloponnisoy-l
2ο μέρος: Μ-Ψ
 
http://www.lithoksou.net/p/metonomasies-ton-oikismon-tis-peloponnisoy-m-ps